καταβακχεύω


καταβακχεύω
κατα-βακχεύω, in bacchische Wut, Begeisterung versetzen. Pass. in bacchische Wut versetzt werden, verzückt sein

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβακχεύω — (AM καταβακχεύω) 1. γεμίζω κάποιον με ενθουσιασμό, με βακχική μανία 2. μέσ. καταβακχεύομαι μαίνομαι βακχικώς, καταλαμβάνομαι από βακχικό ενθουσιασμό αρχ. μέσ. προσβάλλω, βρίζω χυδαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βακχεύω «καταλαμβάνομαι από βακχικό… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.